Δύο συνεντεύξεις από τους παραδοσιακά «σκληρούς» των ευρωπαϊκών θεσμών δίνουν τον τόνο της διαπραγμάτευσης αλλά και της εν γένει κατάστασης που επικρατεί στην πολυεπίπεδη σκακιέρα της ευρωπαϊκής και ελληνικής πολιτικοοικονομικής κατάστασης.

Τόσο ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε με την προχθεσινή του παραδοχή για πρώτη φορά πως η Ευρώπη μπορεί να συνεχίσει το πρόγραμμα και χωρίς το ΔΝΤ, που αποτελεί προαναγγελία κυρίως προς το εσωτερικό του ακροατήριο, όσο και ο επικεφαλής του Eurogroup, Γερούν Ντάισελμπλουμ που υπογράμμισε χθες πως η Ελλάδα κινείται στη σωστή κατεύθυνση και άφησε και παράθυρο για επιπλέον μέτρα για το χρέος, έφεραν συγκρατημένα χαμόγελα στο Μέγαρο Μαξίμου.

Και όχι φυσικά γιατί ξαφνικά ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών και ο Ολλανδός ομόλογός του, παραδοσιακά στενότερος σύμμαχος του Βερολίνου στο ελληνικό ζήτημα, έγιναν ξαφνικά φίλοι της Ελλάδας. Τουναντίον, οι δυο τους – κυρίως ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, κρατούν τη σκληρότερη γραμμή στις τάξεις των ευρωπαϊκών θεσμών, ανταγωνιζόμενοι σε… παραλογισμούς το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.

Αλλά διότι όπως τονίζει κορυφαίο κυβερνητικό στέλεχος, τα απτά στοιχεία της οικονομίας – που πλέον δεν αποτελούν προβλέψεις αλλά πραγματικότητα – δεν μπορούν να αμφισβητηθούν από κανέναν. Και αυτό οδηγεί στην αναγνώριση του έργου που γίνεται από την κυβέρνηση.

Ωστόσο, η ανάγνωση των δύο αυτών συνεντεύξεων μέσα από το αμιγώς πολιτικό πρίσμα επιβεβαιώνει τη στρατηγική που έχει χαράξει η κυβέρνηση αναφορικά με το προεκλογικό 2017, τόσο για την Ολλανδία όσο και για τη Γερμανία.

Κανένας από τους δύο πολιτικούς – πολλώ δε μάλλον η ίδια η Άνγκελα Μέρκελ, δεν θέλει να βρεθεί αντιμέτωπη με μία τεχνητή αναζωπύρωση της ελληνικής κρίσης, την ώρα μάλιστα που για πρώτη φορά στα χρόνια των μνημονίων το πρόγραμμα αποδίδει και ήδη έχει επιτευχθεί έστω και οριακή ανάπτυξη για το 2016, ενώ οι προβλέψεις για το 2017 είναι εξόχως θετικές.

Και αυτό διότι μία νέα αναζωπύρωση και οικονομική και πολιτική αστάθεια στην Ελλάδα, συνεπάγεται αυτομάτως και μία νέα αποτυχία της πολιτικής που έχουν επιβάλει οι ίδιοι οι Ευρωπαίοι, προεξέχουσας της Καγκελαρίας.

Πώς λοιπόν θα μπορέσει να δικαιολογήσει ένα απευκταίο νέο φιάσκο στο ελληνικό πρόγραμμα η Γερμανίδα Καγκελάριος, την ώρα μάλιστα που εκτός από τις πιέσεις εκ δεξιών από το ακροδεξιό AfD, οι μεγαλύτερες πιέσεις έρχονται εξ’ αριστερών της από τους Σοσιαλδημοκράτες;

Το πρόβλημα μάλιστα, περιπλέκεται έτι περαιτέρω, εάν λάβει κανείς υπόψη του και το γεωπολιτικό παράγοντα, την κρίση ασφαλείας καθώς και το προσφυγικό, στα οποία η Ελλάδα αποτελεί πυλώνα σταθερότητας για ολόκληρη την Ευρώπη.

Στην κυβέρνηση πάντως επιμένουν, όπως υπογραμμίζει και ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, Δημήτρης Τζανακόπουλος, πως οι διαφωνίες ΔΝΤ και ευρωπαϊκών θεσμών είναι αυτές που μπλοκάρουν το κλείσιμο της δεύτερης αξιολόγησης.

Για αυτόν ακριβώς το λόγο και κυβερνητικές πηγές, σχολιάζοντας τη συνέντευξη Σόιμπλε τόνιζαν πως εάν αποχωρήσει το ΔΝΤ, σενάριο «καλοδεχούμενο», τότε η αξιολόγηση θα κλείσει αυτομάτως, καθώς με το ευρωπαϊκό σκέλος των θεσμών οι διαφορές που απομένουν είναι αμελητέες.

Το ορόσημο για τη δεύτερη αξιολόγηση, δεδομένου ότι δεν υπάρχουν μεγάλες χρηματοδοτικές ανάγκες, δεν είναι άλλο από την 9η Μαρτίου, ημέρα που συνεδριάζει η ΕΚΤ, προκειμένου να μπορέσει να ενταχθεί η Ελλάδα στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης.

Το σενάριο πάντως νομοθέτησης πρόσθετων μέτρων για μετά το 2018 που λήγει το ελληνικό πρόγραμμα, καθώς και η μη αποκατάσταση των συλλογικών διαπραγματεύσεων – που πλέον συμφωνεί κατόπιν πρωτοβουλιών Αχτσιόγλου και το γερμανικό υπουργείο Εργασίας – είναι εκ των ων ουκ άνευ για το Μέγαρο