Η δημοτικότητα του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (SPD) εκτοξεύτηκε στο 28%, αυξανόμενη κατά 8 μονάδες, στο υψηλότερο επίπεδο μετά τις τελευταίες ομοσπονδιακές εκλογές του 2013, αφότου ανακοινώθηκε ότι ο Μάρτιν Σουλτς θα είναι ο υποψήφιος του κόμματος για την καγκελαρία στις εκλογές του Σεπτεμβρίου, σύμφωνα με μια δημοσκόπηση που δόθηκε σήμερα στη δημοσιότητα.


Η έρευνα που διεξήχθη από το ινστιτούτο Infratest dimap για λογαριασμό της δημόσιας τηλεόρασης ARD δείχνει ότι το ποσοστό του συντηρητικού μπλοκ (CDU/CSU) της καγκελαρίου Άνγκελα Μέρκελ μειώθηκε κατά 3 μονάδες σε σύγκριση με τον προηγούμενο μήνα, πέφτοντας στο 34%.

Θεωρητικά, αν οι Γερμανοί ψήφιζαν απευθείας τον καγκελάριο, ο Σουλτς θα κέρδιζε άνετα τη Μέρκελ, με ποσοστό 50%, έναντι 34%.

Και αυτό γιατί η δημοτικότητα του πρώην προέδρου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου αυξήθηκε κατά 9 μονάδες ενώ της Μέρκελ έπεσε κατά 7 μονάδες.

Την περασμένη εβδομάδα το SPD ανακοίνωσε ότι υποψήφιός του για την καγκελαρία στις προσεχείς εκλογές, απέναντι στη Μέρκελ, θα είναι ο Σουλτς, μια απόφαση που φαίνεται ότι έδωσε σημαντική ώθηση στο κεντροαριστερό κόμμα, τον εταίρο των Χριστιανοδημοκρατών στην κυβέρνηση συνασπισμού.

Το SPD θα επιθυμούσε να σχηματίσει κυβέρνηση με τη συνεργασία μικρότερων κομμάτων της αριστεράς αλλά οι περισσότεροι αναλυτές θεωρούν ότι το πιθανότερο αποτέλεσμα των εκλογών θα είναι άλλος ένας «μεγάλος συνασπισμός».

Η δημοσκόπηση DeutschlandTrend διεξήχθη μεταξύ 30ής Ιανουαρίου-1ης Φεβρουαρίου σε δείγμα 1.506 ψηφοφόρων.

Σύμφωνα με αυτήν, η ακροδεξιά Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) βρίσκεται στην τρίτη θέση με ποσοστό 12%, έχοντας χάσει 3 μονάδες σε σύγκριση με την προηγούμενη έρευνα.

Οι Πράσινοι και η Αριστερά έχασαν επίσης από μία μονάδα και ακολουθούν με ποσοστό 8% ενώ το φιλελεύθερο Ελεύθερο Δημοκρατικό Κόμμα έχει αυξήσει το ποσοστό του κατά μία μονάδα, στο 6%.

Ο Σουλτς έχει δεσμευτεί ότι η προεκλογική εκστρατεία του θα έχει ως στόχο να ξεπεράσει τον «βαθύ διχασμό» που, όπως υποστηρίζει, τροφοδοτεί τον λαϊκισμό στη Γερμανία τα τελευταία χρόνια.

Ζητά επίσης υψηλότερες αυξήσεις για τους εργαζόμενους, χαρακτηρίζει «αντιαμερικανική» την πολιτική του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ και προειδοποίησε να μην αρθούν οι κυρώσεις σε βάρος της Ρωσίας για τις ενέργειές της στην Ουκρανία.