Την άμεση παρέμβαση της Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδος προκάλεσε η αποκάλυψη του Documento για την συντονισμένη προσπάθεια των τραπεζιτών να προωθήσουν τροπολογία με βάση την οποία δεν θα τους ασκείται καμία ποινική δίωξη από εισαγγελείς εάν δεν έχει την έγκριση του Γιάννη Στουρνάρα και της Τράπεζας της Ελλάδος.

Της Κατερίνας Κατή

Κάτι τέτοιο «συνιστά λανθάνουσα υπονόμευση του εισαγγελικού έργου και υποδηλώνει σκέψεις για ευθεία κατάλυση της εισαγγελικής ανεξαρτησίας την οποία σθεναρά προασπίζουμε», τονίζει στην ανακοίνωση της η Ένωση Εισαγγελέων Ελλάδος (ΕΕΕ) για την απόπειρα των τραπεζιτών να νομοθετηθεί η απόλυτη ασυλία τους.

Η ΕΕΕ στην πολύ σκληρή ανακοίνωση της χαρακτηρίζει «αποκρουστέα και επικίνδυνη κάθε σκέψη για παρακώλυση ή επέμβαση, καθ’ οιονδήποτε τρόπο άμεσο η έμμεσο, στο έργο της εισαγγελικής αρχής».

Ακολουθεί ολόκληρη η ανακοίνωση της ΕΕΕ που για ακόμα μια φορά επιδεικνύει άμεσα αντανακλαστικά για οποιοδήποτε ζήτημα αφορά σε απόπειρα υπονόμευσης του έργου της ανεξάρτητης Δικαιοσύνης και των λειτουργών της, απ’ όπου κι αν προέρχεται αυτή. Η ανακοίνωση υπογράφεται, εκ μέρους του ΔΣ της ΕΕΕ, από τον πρόεδρο της , εισαγγελέα Εφετών, Δημήτρη Ασπρογέρακα και τον Γενικό Γραμματέα, εισαγγελέα Πρωτοδικών, Παρασκευά Αδάμη.

Αναλυτικά η ανακοίνωση:

Εξ αφορμής δημοσιεύματος της εφημερίδας “Documento” την 29-30/4/2017 σχετικά με προωθούμενη ρύθμιση (εκτίμηση του συντάκτη) ότι «ποινική δίωξη ασκείται μόνο κατόπιν αίτησης της Τράπεζας της Ελλάδος, ύστερα από απόφαση της Εκτελεστικής Επιτροπής της Τ.τ.Ε.» και ότι «μήνυση ή αναφορά για αξιόποινη πράξη η οποία υποβάλλεται με οποιονδήποτε τρόπο στον Εισαγγελέα και δεν συνοδεύεται από αίτηση τίθεται αμέσως στο Αρχείο από τον εισαγγελέα. Ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών μπορεί να διαβιβάζει στην Αρχή που είναι αρμόδια να υποβάλει την αίτηση αντίγραφο της μήνυσης ή αναφοράς καθώς και αντίγραφα των σχετικών υποβληθεισών στοιχείων, ως γνωστοποίηση πληροφοριών», η Ένωση Εισαγγελέων Ελλάδος εκθέτει, ανακοινώνει και γνωστοποιεί τα εξής:

Η Εισαγγελική αρχή είναι, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 28 του ΚΠοινΔ και του άρθρου 24 παρ.1 Κ.Ο.Δ.Κ.Δ.Λ, ανεξάρτητη έναντι των δικαστηρίων και έναντι των λοιπών αρχών του Κράτους καθώς επίσης και έναντι της εκτελεστικής εξουσίας.

Η αρχή της νομιμότητας στην άσκηση της ποινικής δίωξης καθιδρύει την υποχρέωση της εισαγγελικής αρχής να προβεί στην ποινική δίωξη κάθε φορά που λαμβάνει γνώση, με οποιονδήποτε τρόπο για τη διάπραξη κάποιου εγκλήματος που διώκεται αυτεπαγγέλτως ή και κατ’ έγκληση, εφόσον υπάρχει η τελευταία.

Ο Εισαγγελεύς δεν δεσμεύεται να κινήσει την ποινική δίωξη μόνο εφόσον από τον έλεγχο της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητας της σχετικής καταγγελίας ή είδησης για την τέλεση ενός εγκλήματος προκύπτει ότι αυτή «δεν στηρίζεται στο νόμο» ή «είναι προφανώς αβάσιμη στην ουσία της» ή «ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης» η «δεν πληροί τον βαθμό επάρκειας των ενδείξεων που απαιτεί ο νόμος για την κίνηση της ποινικής διώξεως».

Η απαίτηση της αιτήσεως διώξεως του άρθρου 41 ΚΠοινΔ οφείλεται σε λόγους γενικότερης κρατικής ή διπλωματικής πολιτικής προς έλεγχο της σκοπιμότητας της ποινικής δίωξης. (ενδεικτικά αναφέρουμε τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ.3, 118 παρ.5, 153 παρ.1, 154, 155, 156 και 145 του Ποινικού Κώδικος). Η εξάρτηση της ποινικής δίωξης εκ της υποβολής «αιτήσεως αρχής» δεν προσήκει σε εκείνες τις περιπτώσεις για τις οποίες η δίωξη άπτεται οπωσδήποτε του γενικοτέρου δημοσίου συμφέροντος, αλλά μόνον εκεί, όπου λόγοι γενικότερης κρατικής ή διοικητικής πολιτικής επιβάλλουν σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση τον έλεγχο της σκοπιμότητας της ποινικής δίωξης.

Κάθε σκέψη για παρακώλυση ή επέμβαση, καθ’ οιονδήποτε τρόπο άμεσο η έμμεσο, στο έργο της εισαγγελικής αρχής είναι για την Ένωση Εισαγγελέων αποκρουστέα και επικίνδυνη και εκλαμβάνεται ως άμεση προσπάθεια χειραγώγησης της Εισαγγελικής Αρχής ιδιαίτερα όταν, «οι δημόσιοι υπάλληλοι της παρ.2 του άρθρου 37 ΚΠοινΔ καθίστανται έτσι αρμόδιοι για την αξιολόγηση καταγγελίας αξιοποίνων πράξεων».

Ό,τι προκύπτει εκ του δημοσιεύματος και υπό την προϋπόθεση ότι αποτελεί επεξεργασμένο κείμενο σχεδίου νόμου, συνιστά λανθάνουσα υπονόμευση του εισαγγελικού έργου και υποδηλώνει σκέψεις για ευθεία κατάλυση της εισαγγελικής ανεξαρτησίας την οποία σθεναρά προασπίζουμε.
το διαβάσαμε ΕΔΩ