Είναι γνωστό ότι στη χώρα μας τα Αυτοφυή Αρωματικά και Φαρμακευτικά φυτά έχουν χρησιμοποιηθεί και έχουν γίνει αντικείμενο εμπορίου από την αρχαιότητα. Οι εδαφοκλιματικές συνθήκες ευνοούν ιδιαίτερα την ανάπτυξη ΑΦΦ δίνοντας προϊόντα εξαιρετικής ποιότητας. Η ελληνική χλωρίδα περιλαμβάνει έναν πολύ σημαντικό αριθμό ειδών με κυριότερα τη ρίγανη, το θυμάρι, το θρούμπι, το φασκόμηλο, το γλυκάνισο, το μάραθο (μαραθόσπορος), το χαμομήλι, τη δάφνη, τη μέντα, το δυόσμο, το φλησκούνι, τη λεβάντα, το μελισσόχορτο και τέλος τα μοναδικά και πολύ γνωστά προϊόντα κάποιων περιοχών της Ελλάδας όπως τη μαστίχα της Χίου, τον κρόκο της Κοζάνης, το δίκταμο της Κρήτης το τσάι του βουνού της Βρύναινας (Ν. Μαγνησίας),το φλισκούνι και η ρίγανη της Ικαρίας Εκτιμάται ότι είναι δυνατό να καλλιεργηθούν και να μεταποιηθούν σε επιχειρηματική βάση και άλλα αρωματικά και φαρμακευτικά φυτά ή να συγκομιστούν τα είδη που αυτοφύονται σε διάφορες περιοχές της χώρας κατά τρόπο επαγγελματικό ώστε να αποκτήσουν οι αγρότες ένα πολύ ικανοποιητικό εισόδημα. Πρόσφατα ξεκίνησαν οργανωμένες καλλιέργειες ΑΦΦ σε περιοχές της Στερεάς Ελλάδας, της Θεσσαλίας, της Κεντρικής Μακεδονίας και της Θράκης που αφορούν τη ρίγανη, τη μέντα, το μελισσόχορτο, το βασιλικό, το χαμομήλι, το φασκόμηλο, τη λεβάντα, το δενδρολίβανο, το τσάι του βουνού, το θυμάρι, τον ύσσωπο και την εχινάκεια.

Όλες οι προσπάθειες των τελευταίων ετών στις παραπάνω περιοχές έδειξαν ότι τα ΑΦΦ μπορούν να αποτελέσουν τις νέες δυναμικές και πολλά υποσχόμενες εναλλακτικές καλλιέργειες. Προϋπόθεση σ’ αυτό ήταν και παραμένει η πολύ καλή οργάνωση και γνώση των τεχνικών από την καλλιέργεια μέχρι τη μεταποίηση και εμπορία των επώνυμων προϊόντων από τους ίδιους τους παραγωγούς. Η απόκτηση του καλύτερου γενετικού υλικού, κατά προτίμηση εγχώριου, σε συνδυασμό με το βιολογικό τρόπο καλλιέργειας φαίνεται επίσης να αποτελούν τα βασικά πλεονεκτήματα των ελληνικών ΑΦΦ στη διεθνή αγορά. Το ξηροθερμικό κλίμα καθώς και η πολύ καλή σύσταση του εδάφους των περισσοτέρων περιοχών συμπληρώνουν τις απαραίτητες προϋποθέσεις για τα προϊόντα με μεγάλες στρεμματικές αποδόσεις και υψηλών ποιοτικών και ποσοτικών προδιαγραφών ως προς τους δευτερογενείς τους μεταβολίτες που είναι τα συστατικά για τα οποία καλλιεργούνται (αιθέριο έλαιο, εκχυλίσματα).Παρά την οικονομική κρίση των τελευταίων ετών οι κυριότερες εισαγωγικές Ευρωπαϊκές χώρες ΑΦΦ όπως η Γαλλία, Γερμανία, Αγγλία, Ελβετία και Ιταλία αναζητούν έντονα τα ελληνικά βιολογικά προϊόντα και προσφέρουν πολύ ικανοποιητικές τιμές. Έτσι στον Πίνακα 1 βλέπουμε ότι οι τιμές χονδρικής πώλησης για την ξηρή δρόγη κυμαίνονται φέτος (σημ. 2015) από 5 ευρώ το κιλό για το δενδρολίβανο μέχρι τα 12 ευρώ το κιλό για την εχινάκεια. Με αποδόσεις από 100 Kg/στρέμμα μέχρι 400 Kg/στρέμμα, ανάλογα με το είδος και το μέρος του φυτού, παρατηρούμε, στην τελευταία στήλη του Πίνακα 1 ότι οι μικτές απολαβές ανέρχονται από 960€ έως και 4800€ το στρέμμα.
Αν λάβουμε υπόψη ότι εκτός από την εγκατάσταση της πολυετούς φυτείας, που δεν ξεπερνά τα 600€/στρέμμα, οι άλλες δαπάνες για τις καλλιεργητικές φροντίδες (λίπανση, άρδευση, ξεβοτάνισμα) είναι σχετικά μικρές, τότε οι καθαρές απολαβές, σε σύγκριση με άλλα γεωργικά προϊόντα, είναι πάρα πολύ υψηλές.

Οι απολαβές αυτές γίνονται ακόμα μεγαλύτερες εάν οι παραγωγοί προχωρήσουν οι ίδιοι στην μεταποίηση, δηλαδή στην απόσταξη ή την εκχύλιση των προϊόντων τους. Τα αιθέρια έλαια και τα υδατικά εκχυλίσματα των ΑΦΦ είναι επίσης περιζήτητα όχι μόνο από τους κλάδους των τροφίμων, φαρμάκων κλπ, αλλά και από τη σύγχρονη κτηνοτροφία και τη βιολογική γεωργία ως φυσικά αντιβιοτικά και ως αβλαβή φυτοπροστατευτικά χάρη στις ευρέως φάσματος αντιμικροβιακές και εντομοαπωθητικές ιδιότητες. Η επένδυση προς αυτή την μεταποίηση δεν απαιτεί μεγάλα κεφάλαια και μπορεί να απασχολήσει εξειδικευμένο προσωπικό από πτυχιούχους τεχνικούς και άλλους επιστήμονες που θα μπορούσαν να είναι στελέχη της τοπικής κοινωνίας.
Αξίζει να τονιστεί ότι οι τιμές πώλησης αιθερίων ελαίων που εισάγονται στην Ελλάδα (Πίν. 2) είναι αρκετά υψηλές. Συνεπώς οι Έλληνες παραγωγοί αρωματικών φυτών, εφόσον οι ίδιοι αποστάζουν και παραλαμβάνουν τα αιθέρια έλαια των φυτών που καλλιεργούν, είναι δυνατό να απολαμβάνουν αντίστοιχα επίπεδα τιμών.σύμφωνα με τις χημικές μας αναλύσεις υπερτερεί έναντι πολλών άλλων ελληνικών περιοχών αλλά κυρίως έναντι των εισαγόμενων από Κίνα και Αργεντινή. Η ποιότητα των ελληνικών βοτάνων, όπως δείχνουν όλες οι έρευνες, είναι πάρα πολύ καλή ας ευχηθούμε η ποιότητα των ελληνικών βοτάνων να κρατήσει σε διάρκεια για το καλό του τόπου.
Ελάχιστη ήταν η μέχρι τώρα συνεισφορά της πολιτείας στην ανάπτυξη του κλάδου των ΑΦΦ στη χώρα μας. Οι αρμόδιοι κεντρικοί φορείς πέρα από τα πολύ γενικά προγράμματα πρέπει να προχωρήσουν σε ένα συγκεκριμένο και πολύ φιλόδοξο στρατηγικό σχέδιο ανάπτυξης της παραγωγής Α.Φ.Φ. στηρίζοντας ουσιαστικά την δημιουργία ομάδων παραγωγών – μεταποιητών από την εγκατάσταση της φυτείας με ντόπιο γενετικό πολλαπλασιαστικό υλικό μέχρι την μεταποίηση και την προώθηση εξαγωγής. Η δημιουργία επίσης ενός τοπικού συντονιστικού και συμβουλευτικού φορέα σε κάθε περιφέρεια από ότι καλύτερο έχει η κάθε περιοχή σε εξειδικευμένο επιστημονικό προσωπικό θα στήριζε ουσιαστικά τον τομέα αυτό.
Από τα παραπάνω γίνεται φανερό ότι η καλλιέργεια ΑΦΦ καθώς και η παραλαβή των αιθερίων ελαίων ή υδατικών εκχυλισμάτων αποτελεί έναν πρώτης τάξεως εναλλακτικό κλάδο της ελληνικής γεωργίαςΜπορεί επίσης να βοηθήσει στην ανάπτυξη μεταποιητικών επιχειρήσεων και να συμβάλλει στη συγκράτηση κυρίως νέου πληθυσμού στην ύπαιθρο.
Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΤΡΙΠΤΟΠΟΛΕΜΟΣ
Περιοδική έκδοση του Γ.Π.Α.
Φθινόπωρο 2015 | ΤΕΥΧΟΣ 38

Δραματική μείωση των αρωματικών φυτών στα ελληνικά βουνά
Σε πολλά μέρη της χώρας μας υπάρχει το έθιμο της συλλογής αρωματικών φυτών (κυρίως τσαγιού και ρίγανης) μια και συνδυάζεται με μια καλοκαιρινή βόλτα στο βουνό που εξασφαλίζει σε μια οικογένεια σχεδόν για όλο το χρόνο υψηλής ποιότητας ροφήματα ή καρυκεύματα και μάλιστα δωρεάν.

Στην παραδοσιακή ιατρική το αφέψημα από τσάι του βουνού χρησιμοποιείται για την αντιμετώπιση της βρογχίτιδας, την ανακούφιση του κοινού κρυολογήματος, του βήχα, των πόνων της κοιλιάς κ.λ.π. Ακόμη θεωρείται εφιδρωτικό, τονωτικό, αντιερεθιστικό και αντιαναιμικό, διότι περιέχει σίδηρο. Οργανοληπτικά το ρόφημα είναι πολύ εύγευστο και αρωματικό, ενώ μπορεί να καταναλωθεί ζεστό ή κρύο, με ζάχαρη, μέλι ή και σκέτο.
Στην Ελλάδα αυτοφύονται περίπου 17 είδη, τα γνωστότερα είναι:
Τσάι βλάχικο (στο Άγιο Όρος λέγεται μπεττόνικα) (Sideritis athoa – Σιδερίτης η αθώα) Απαντάται στη χερσόνησο του Άθω, στην Πίνδο και στη Σαμοθράκη, στο όρος Σάος.
Τσάι του Μαλεβού ή τσάι του Ταϋγέτου (Sideritis clandestina – Σιδερίτης η λαθραία). Αυτοφύεται σε βράχους στις υποαλπικές και αλπικές περιοχές του Μαλεβού, του Ταϋγέτου και της Κυλλήνης.
Μαλοτήρα ή καλοκοιμηθιά ειναι το τσάι της Κρήτης (Sideritis syriaca – Σιδερίτης η συριακή). Είναι αυτοφυές των βουνών της Κρήτης -κυρίως των Λευκών Ορέων και παλιότερα του Ψηλορείτη- σε υψόμετρο 1.300 – 2.000 μέτρα.
Τσάι της Εύβοιας ή τσάι απ’ το Δέλφι (Sideritis euboea – Σιδερίτης η εύβοια). Αυτοφυές φυτό της Εύβοιας, κυρίως στα βουνά Δίρφυ σε υψόμετρο 1.000 – 1.540μ.
Τσάι του Ολύμπου (Sideritis scardica – Σιδερίτης η σκαρδική) Το βρίσκουμε σε βραχώδη μέρη και σε υψόμετρο άνω των 1.000 μ., στον Όλυμπο, στην Όσσα (Κίσσαβο) και στο Πήλιο.
Τσάι του Παρνασσού ή τσάι του Βελουχιού (Sideritis raeseri – Σιδερίτης του Ράσερ). Είναι αυτοφυές αλλά και καλλιεργήσιμο στο νομό Μαγνησίας. Ευδοκιμεί σε ορεινές περιοχές (και στον Όλυμπο) και σε χωράφια ασβεστούχα, πετρώδη, μέτριας γονιμότητας, ξερικά.
Κοινό χαρακτηριστικό των ειδών αυτών αλλά και γενικά του γένους Sideritis L. είναι ότι πρόκειται για φυτά ιδιαίτερα προσαρμοσμένα για να επιβιώνουν σε απόκρημνες βραχώδεις περιοχές με υψόμετρο άνω των 1.000 μέτρων και κάτω από δύσκολες καιρικές συνθήκες. Είναι ιδιαίτερα ανθεκτικά στην ξηρασία και στις χαμηλές θερμοκρασίες, δεν απαιτούν πλούσια εδάφη και προτιμούν θέσεις με ελαφρό έδαφος , μικρό βάθος και άφθονο ήλιο. Απαντώνται και σε σχισμές βράχων ή ανάμεσα σε πέτρες, όπου λίγα φυτά μπορούν να επιβιώσουν.
Οι ανθοφόροι βλαστοί ξηραίνονται ώστε να μπορούν να διατηρηθούν για μεγάλο χρονικό διάστημα. Η ζήτηση για το είδος είναι μεγάλη, καθώς το ματσάκι (περίπου 50 γραμμάρια) πωλείται έναντι 2 -3 ευρώ.

Η οικονομική κρίση και η ακριβή τιμή στο τσάϊ του βουνού, οδηγούν «επιχειρηματίες-εργολάβους» στην ολοένα και αυξανόμενη εκμετάλλευση των δώρων αυτών της φύσης. Οργανωμένες ομάδες που συλλέγουν και πωλούν αυτοφυή φυτά από όλη τη χώρα χτενίζουν δεκάδες βουνοπλαγιές όπου φυτρώνουν είδη ελληνικού τσαγιού και άλλων αρωματικών φυτών και τα συλλέγουν παράνομα σε τέτοιο βαθμό που είναι ορατός πλέον ο κίνδυνος εξαφάνισής τους. Υπολογίζεται ότι σε μια καλή χρονιά μπορεί να συλλέγουν από την περιοχή των Πρεσπών έως και πέντε τόνοι τσαγιού!
Ηδη σε δεκάδες ορεινές περιοχές της χώρας, και σε υψόμετρο άνω των 1.000 μ. όπου φύεται το τσάι του βουνού, οι πληθυσμοί του τσαγιού έχουν μειωθεί δραματικά, και επιστήμονες του ΑΠΘ και του Τμήματος Αρωματικών Φαρμακευτικών Φυτών του ΕΛΓΟ – ΔΗΜΗΤΡΑ επισημαίνουν την επιτακτική ανάγκη να ληφθούν άμεσα μέτρα για να αποτραπεί η καταστροφή του.
Η ποιότητα επίσης της ελληνικής ρίγανης είναι γνωστή στις διεθνείς αγορές για τα υψηλά ποιοτικά της χαρακτηριστικά (υψηλή περιεκτικότητα σε αιθέριο έλαιο πλουσιότατο σε καρβακρόλη). Οι ποσότητες ρίγανης που συλλέγονται από τους αυτοφυείς πληθυσμούς έχουν μειωθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια και αυτό οφείλεται στη μείωση των αυτοφυών φυτών λόγω κυρίως της αλλαγής της γεωργικής πρακτικής που είχε σαν επακόλουθο την εξαφάνιση των αυτοφυών φυτών από τις παρυφές διαφόρων καλλιεργειών (ελιές, αμπέλια κλπ), στην αλλαγή χρήσεως γης σε περιοχές όπου αυτοφυόταν, καθώς και στη δυνατότητα απασχόλησης σε άλλες πλέον επικερδείς ή λιγότερο κοπιαστικές δραστηριότητες.
Οι ειδικοί επιστήμονες συστήνουν ελέγχους και μέτρα παρόμοια με αυτά που λαμβάνονται σήμερα για τη λαθροϋλοτόμηση σε μια προσπάθεια να αναχαιτιστεί το φαινόμενο της ληστρικής εκμετάλλευσης των αυτοφυών αρωματικών φυτών.
Οι μεγαλύτερες απώλειες καταγράφονται στα βουνά της Πελοποννήσου και της Κρήτης, ενώ στη Βόρεια Ελλάδα τα βουνά των συνόρων, όπως είναι ο Γράμμος, ο Βόρας, αλλά και ο Ολυμπος, έχουν χάσει σημαντικό μέρος από το απόθεμά τους. Στον Ψηλορείτη η μαλοτήρα πρακτικώς έχει εξαφανισθεί, ενώ στα Λευκά Όρη εκτιμάται ότι έχει απομείνει το 30% των φυσικών πληθυσμών που υπήρχαν πριν από 30 χρόνια. Το ξακουστό «μέλι της μαλοτήρας» εδώ και 5 χρόνια δεν παράγεται λόγω της δραματικής μείωσης των πληθυσμών του φυτού που τροφοδοτούσαν με τα άνθη τους τα μελισσοσμήνη.
Παράλληλα, σημαντικό πρόβλημα αποτελεί και η βόσκηση. Επιστημονική ομάδα του Τμήματος Αρωματικών Φαρμακευτικών Φυτών στο πλαίσιο μελέτης που διεξάγει για το τσάι του βουνού στη Β. Ελλάδα επεσήμανε το φαινόμενο αυτό στο όρος Φαλακρό, λόγω της εκτεταμένης παρουσίας κοπαδιών από αγελάδες(!) στις πλαγιές του βουνού.
Η διάνοιξη ορεινών δρόμων διευκολύνει την προσπέλαση σε δυσπρόσιτους τόπους που υπάρχουν ακόμα φυσικοί πληθυσμοί των αρωματικών φυτών όπως το τσάι του βουνού και τη μεταφορά του προϊόντος στην αγορά σε μεγάλες ποσότητες χωρίς δυσκολία. Η συλλογή του ελληνικού τσαγιού για το εμπόριο απαγορεύεται και επιτρέπεται μόνο για οικιακή χρήση και πολλά δασαρχεία έχουν εκδώσει ρυθμιστικές διατάξεις που καθορίζουν τις ποσότητες και τον χρόνο συλλογής. Παρ’ όλα αυτά, την τελευταία δεκαετία έχει παρατηρηθεί το φαινόμενο ομάδες είτε Ελλήνων είτε αλλοδαπών να το συλλέγουν συστηματικά για να το εμπορευθούν στο εσωτερικό και στο εξωτερικό και τα δασαρχεία αδυνατούν να ελέγξουν την κατάσταση.
Τα περισσότερα γνωρίζουν «γενικώς» που βρίσκονται οι πληθυσμοί σπάνιων φυτών αλλά δεν έχουν στα χέρια τους κάποια επιστημονική μελέτη ώστε να γνωρίζουν με ακρίβεια τα στοιχεία που συνθέτου την σπάνια χλωρίδα που συγκροτούν τη φύση των ελληνικών βουνών ούτε προσωπικό, ούτε οχήματα, ούτε καύσιμα, ούτε κονδύλια για υπερωρίες των δασοφυλάκων το απόγευμα ή τα Σαββατοκύριακα! Συνήθως, οι «εργολάβοι» γνωρίζουν με ακρίβεια όχι μόνο τους τόπους αλλά και τις κινήσεις των δασικών. Έτσι αποφεύγουν τη σύλληψη αλλά «το εμπόρευμα» πωλείται κανονικά στα καταστήματα ξηρών καρπών, βιολογικών προϊόντων κ.λπ. χωρίς κανείς να νοιάζεται πώς βρέθηκαν στις προθήκες τους!
Για πολλούς αιώνες οι ντόπιοι πληθυσμοί συλλέγουν με προσοχή τα άνθη των αρωματικών φυτών προσέχοντας να μη καταστρέψουν τη ρίζα ενώ πάντα αφήνουν κάποια φυτά για «να δώσουν σπόρο» ώστε να υπάρχουν τα αρωματικά φυτά και την επόμενη χρονιά. Αυτή η ισορροπία έχει χαθεί καθώς οι οργανωμένες αυτές ομάδες έχοντας γνώση της παράνομης πράξης τους, μαζεύουν στα γρήγορα τα φυτά τα ξεριζώνουν και αδιαφορούν για το μέλλον. Μάλιστα προκειμένου να προλάβουν τους ανταγωνιστές συλλέγουν ολοένα και νωρίτερα τα φυτά χειροτερεύοντας την κατάσταση.

Οι τελευταίες καταγγελίες φέτος αφορούσαν το τσάι που φύεται στις Πρέσπες, τον Γράμμο (Sideritis raeseri) και τον Ταΰγετο (Sideritis clandestina), ενώ η Διεύθυνση Δασών Αιτωλοακαρνανίας απηύθυνε έκκληση «για ορθολογική διαχείριση των φυτων του τσαγιού και της ελληνικής ρίγανης (Origanum vulgare ssp. hirtum), καθώς παρατηρήθηκε μαζική εκρίζωση». Σύμφωνα με τον διευθυντή δασών Καστοριάς κ. Χ. Λιάμη, το πρόβλημα εντοπίζεται σε αυτούς που μαζεύουν πολλά κιλά και το ξεριζώνουν για να μην καθυστερούν ή το συλλέγουν εκτός εποχής αδιαφορώντας για την αειφορία του.
Το ελληνικό τσάι βρίσκεται ψηλά στον κατάλογο της πυραμίδας των αρωματικών φαρμακευτικών φυτών που αυτοφύονται στην Ελλάδα. Αν και από αυτό παρασκευάζεται το πιο διαδεδομένο ελληνικό αφέψημα, καλλιεργείται σε ελάχιστες περιοχές της χώρας (κυρίως στη Βρύναινα Μαγνησίας και αλλού σε μικρότερες εκτάσεις). Είναι γνωστό διεθνώς ως Greek Mountain Teα, ονομασία που δεν έχει αμφισβητηθεί από καμία από τις γειτονικές χώρες, οι οποίες σημειωτέον εξάγουν ετησίως τεράστιες ποσότητες αρωματικών φαρμακευτικών φυτών, συμπεριλαμβανομένων και ειδών Sideritis.
Πηγές: news.kathimerini.gr,