Την προηγούμενη εβδομάδα κυκλοφόρησε -σύμφωνα με τη lifo.gr- η πολύ ευχάριστη είδηση του καλέσματος σε συμμετοχή στο επερχόμενο Athens Pride εκπροσώπων της Ευρωπαϊκής Ένωσης ΛΟΑΔ Αστυνομικών (EGPA) και μάθαμε για έναν Έλληνα αστυνομικό που επιχειρεί να στελεχώσει αντίστοιχη δράση στην Ελλάδα. Υπάρχει λοιπόν ένας και μοναδικός ανοιχτά γκέι αστυνομικός στην Ελληνική Αστυνομία.
Η περίπτωση του 30χρονου Μιχάλη Λώλη είναι πραγματικά ξεχωριστή για τη χώρα μας και προκαλεί αυτόματα πολλές εύλογες απορίες.

Πόσα κότσια θέλει για κάποιον που υπηρετεί σε έναν τόσο συντηρητικό (για να το πούμε κομψά) κλάδο να προβεί σε επίσημο coming out για να προασπιστεί τα (αυτονόητα) δικαιώματα όχι μόνο των ομοφυλοφίλων, αλλά και όλων των ευάλωτων κοινωνικά ομάδων; Πώς αντιμετωπίζεται στο Σώμα και ποια είναι τα καθήκοντά του;

Ο Μιχάλης Λώλης γεννήθηκε και μεγάλωσε στο χωριό Αμφιθέα έξω από τα Γιάννενα, δίπλα στη λίμνη. Μεγαλώνοντας σε πολύτεκνη οικογένεια, καθοδηγήθηκε κατά τα μαζικά «μπες στο δημόσιο, παιδί μου» πρότυπα των περασμένων δεκαετιών και η Αστυνομία ήταν η πρώτη του επιθυμία και επιλογή μετά τις Πανελλήνιες, αλλά και ο μόνος τρόπος για να φύγει από τον τόπο του, να αυτονομηθεί και όχι να σπουδάσει σε μια σχολή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων – γι’ αυτό και δεν επέλεξε το Ιστορικό Αρχαιολογικό που επίσης τον γοήτευε, αλλά και για να αποφύγει τη θεωρητική κατεύθυνση που «είχε όλο κορίτσια και θα τον στιγμάτιζε».

Διευκρινίζει ωστόσο ότι δεν ήταν η σεξουαλική του ταυτότητα που τον έκανε να επιθυμεί να ζήσει στην Αθήνα, αλλά ένα γενικότερο πλαίσιο ανεξαρτησίας.

Για να μιλήσουμε για τα καθήκοντά του στο Τμήμα Αντιμετώπισης Ρατσιστικής Βίας όπου υπηρετεί το τελευταίο επτάμηνο, πήραμε ειδική άδεια από τον Αρχηγό της Αστυνομίας, για την οποία ο Μιχάλης Λώλης δηλώνει ιδιαίτερα υπερήφανος και χαρούμενος μια και τη θεωρεί «κατάκτηση» από πλευράς του, «μια αναγνώριση προς το πρόσωπό του, ότι έχει το κύρος και τη σοβαρότητα να εκπροσωπεί την Ελληνική Αστυνομία».

Κατά τη διάρκεια της κουβέντας μας γίνεται αντιληπτό αυτό που ο ίδιος προσπαθεί να αποδείξει, μέσω αυτών των κινήσεων, ότι δηλαδή δεν πρόκειται για άλλον έναν καλά διαβασμένο ακτιβιστή αλλά για έναν σωστό επαγγελματία.

Γιατί ήθελες να γίνεις αστυνομικός;

Τι ήταν αυτό που σου άρεσε, μεγαλώνοντας, στον συγκεκριμένο κλάδο; Ήθελα μέσω της δουλειάς μου να παρέχω ασφάλεια και προστασία σε ανθρώπους που έχουν ανάγκη. Όχι διωκτικά αλλά ούτε και αλτρουιστικά. Είναι αυτό που κυνηγώ 12 χρόνια στην Αστυνομία, την εξυπηρέτηση του πολίτη, όντας σε μια θέση που να μπορώ να κάνω πολλά πράγματα, αλλά όχι με τη χρήση της εξουσίας.

Η Αστυνομία όμως είναι παγκοσμίως διαβόητη ως ένας κλάδος στον οποίο συναντάμε συχνά κατάχρηση εξουσίας.

Η ελληνική κοινωνία δίνει την ευκαιρία σε κάποιους ανθρώπους, μέσω Πανελληνίων να μπουν στην Αστυνομία. Ο τρόπος εκπαίδευσης των αστυνομικών εντείνει το αίσθημα εξουσίας που διαθέτουν. Δεν ευαισθητοποιεί τον Έλληνα αστυνομικό στο να είναι ευγενής, ανεκτικός στη διαφορετικότητα, δεν διδασκόμαστε τα ανθρώπινα δικαιώματα. Η ιδεολογία της εκπαίδευσης είναι να λάβει ο αστυνομικός πολύ καλά εφόδια ποινικού δικαίου, ποινικής δικονομίας, αυτοάμυνας, αυτοπροστασίας και κάποια άλλα νομικά και δίνεται έμφαση στη διαφύλαξη των εθνικών, παραδοσιακών αξιών, των συντηρητικών αξιών.

Δηλαδή μια ταύτιση της Αστυνομίας με την Εκκλησία και τις Ένοπλες Δυνάμεις. Η εκπαίδευση είναι φύσει στρατιωτική, δεν είναι καθόλου ακαδημαϊκή, με εξαίρεση τη Σχολή Αξιωματικών η οποία δίνει μεγάλη έμφαση στα ακαδημαϊκά. Βγαίνοντας όμως από εκεί, έχεις να συναναστραφείς με τον πολίτη.

Ο πολίτης μπορεί να είναι μια γριούλα από το Μεταξουργείο, ένας χρήστης ναρκωτικών, μια κυρία από το Κολωνάκι, ένας πάμπλουτος κύριος από την Εκάλη, όλη αυτή η γκάμα ανθρώπων έρχεται στην Αστυνομία, ο καθένας για τον δικό του λόγο. Οι περισσότεροι είναι αρνητικά προσκείμενοι προς αυτή, είτε από ιδεολογικούς λόγους, είτε γιατί κάποιοι στο Σώμα έχουν δώσει την αφορμή.

Όταν λοιπόν πρέπει να διαχειριστείς τη γιαγιά που της έκλεψαν την τσάντα κι εκείνη την ώρα πονάει, έχοντας όμως πριν διαχειριστεί άλλα δέκα περιστατικά διαφορετικής βαρύτητας, πρέπει να βρεις έναν τρόπο να μη διαβρωθείς ψυχικά και να μπορέσεις να γυρίσεις σπίτι σου στο τέλος της μέρας. Αυτό λοιπόν που καλλιεργείται είναι το προσωπείο που εσείς αποκαλείτε «μπάτσος» – εγώ το αποκαλώ προστασία από τις καθημερινές ψυχοφθόρες καταστάσεις.

Αναγκαστικά υιοθετείται μια παγωμάρα, μια σκληρότητα, μια απρόσωπη συμπεριφορά. Δεν είναι λοιπόν η κατάχρηση εξουσίας αυτό που βλέπετε, αλλά μια βαθιά άμυνα του αστυνομικού για να αντεπεξέλθει στα καθήκοντά του. Φυσικά κάποιοι αστυνομικοί ξεφεύγουν από αυτό και πιστεύουν ότι μέσα από τη δουλειά τους διαφυλάσσουν αξίες, κάτι που είναι εντελώς λάθος.

Εκεί εντοπίζεις δηλαδή το πρόβλημα;

Εγώ και πολλοί άλλοι. Δεν είναι ιδεολογικό το θέμα. Οι περισσότεροι θεωρούν ότι, επειδή μιλώ για όλα αυτά, είμαι φιλελεύθερος ή αριστερός. Δεν μιλώ για τα πολιτικά μες στην Αστυνομία. Τα ανθρώπινα δικαιώματα, ο αντιρατσισμός και το να είναι κάποιος σωστός αστυνομικός, ξεπερνούν τα ιδεολογικά πρόσημα και τις πολιτικές αντιλήψεις. Το μεγάλο κακό στην Αστυνομία είναι η πλήρης απενοχοποίηση της έκφρασης από την πλευρά των αστυνομικών, ακραίων, ρατσιστικών απόψεων έναντι ομάδων όπως οι ομοφυλόφιλοι, οι Ρομά, οι μετανάστες. Όχι μόνο είναι απενοχοποιημένοι αλλά είναι και περήφανοι γι’ αυτές τις απόψεις.

Πλέον ο ρατσισμός είναι ποινικό αδίκημα, δεν μιλάμε για άποψη. Αυτό βέβαια συμβαίνει στην κοινωνία εν γένει, αλλά εμείς, ως αστυνομικοί οφείλουμε να κρατάμε τις απόψεις μας εκτός υπηρεσίας, βάσει της νομοθεσίας, διεθνούς, ευρωπαϊκής, εθνικής, αλλά και του κανονισμού της Αστυνομίας και του Κώδικα Δεοντολογίας μας. Συγκεκριμένα ο Κώδικας, που αναθεωρήθηκε το 2004, αναφέρει ότι «ο αστυνομικός πρέπει να σέβεται τη διαφορετικότητα, να φέρεται με ανθρωπιά και ο κύριος σκοπός του είναι να προστατεύει τις ευάλωτες κοινωνικές ομάδες».

Ο καθένας μπορεί να έχει ρατσιστικές απόψεις, αλλά ο αστυνομικός που παραβιάζει τον αντιρατσιστικό νόμο, δηλαδή οι απόψεις του γίνονται ρητορική μίσους, δεν έχει καμία δουλειά στην Αστυνομία. Αν όμως ο αστυνομικός έχει αντιλήψεις που αντιβαίνουν στη νομοθεσία, πώς θα κάνει σωστά τη δουλειά του;

Όταν ένας Πακιστανός που έχει φάει ξύλο πρέπει να έρθει στην Αστυνομία και να πει το πρόβλημά του, αν ο αστυνομικός τρέφει οποιεσδήποτε προκαταλήψεις και στερεότυπα απέναντι στον Πακιστανό, πώς θα τον εξυπηρετήσει ως θύμα; Πρέπει να ευαισθητοποιηθούν και να εκπαιδευτούν οι αστυνομικοί ώστε να μπορούν να διαχειριστούν τις όποιες προσωπικές τους απόψεις, να τις κρατήσουν απ’ έξω και αμερόληπτα να φέρονται με επαγγελματισμό απέναντι σε όλους τους ανθρώπους.

Η Αστυνομία, λοιπόν, είναι επίσημος φορέας καταγραφής περιστατικών ρατσιστικής βίας. Η Κοινωνία των Πολιτών προσπαθεί, μέσω του Δικτύου Καταγραφής περιστατικών ρατσιστικής βίας στο οποίο συμμετέχουν 38 οργανώσεις, να καταγράφει τα περιστατικά ρατσιστικής βίας και να υποκαταστήσει ουσιαστικά τη δουλειά της Αστυνομίας, δίνοντας ορατότητα στο φαινόμενο του ρατσισμού.

το διαβάσαμε ΕΔΩ